Ο συγγραφέας πίσω από τον συγγραφέα


indexΕίχε να γράψει τριάντα χρόνια. Η συγγραφική του σταδιοδρομία έλαβε πρόωρα τέλος, αν θεωρήσουμε ότι είχε καν ξεκινήσει κάποτε. Οι ιδέες τον είχαν εγκαταλείψει. Όσα κόλπα κι αν μηχανεύτηκε παρέμειναν απροσέγγιστες. Σαν να μην είχε βιώσει ποτέ την χαρά της παρουσίας τους. Ακόμη και τα παλιότερα γραπτά του φάνταζαν στα μάτια του τόσο πολυκαιρισμένα και αγελαία που η κοινοτοπία τους τον αηδίαζε. Αναρωτιόταν πόσο βλάκας υπήρξε που τα θεωρούσε εμπνευσμένα κείμενα, πρωτότυπα κείμενα ταγμένα στην υπηρεσία της τέχνης. Η αφέλειά του ήταν μεγαλύτερη από την ανικανότητά του. Κι η ανικανότητά του αφελώς εκτιμήθηκε από κάποιους ως πρώιμο δείγμα ενός σπουδαίου συγγραφικού ταλέντου.
Στο πρώτο του βιβλίο, συλλογή διηγημάτων, αισθανόταν πολιορκημένος από μύριες ιδέες που αναζητούσαν να γκρεμίσουν τα τείχη της οκνηρίας του αποκτώντας γραπτή μετουσίωση. Ιδέες σωριάζονταν κάτω από τον συγγραφικό του θρόνο εκλιπαρώντας κι αυτός υπεροπτικά επέλεγε εξεταστικά σε ποια θα αποδώσει την εύνοιά του απαλλάσσοντας την από την άυλη φύση της. Ποτέ δεν τις τίμησε όλες ανεξαιρέτως με την φιλοξενία του. Ενσάρκωνε στο χαρτί τις καλύτερες από αυτές, τις πιο πρωτότυπες, όσες του φαίνονταν πως δεν είχαν συλληφθεί από ομοειδείς του στο παρελθόν, τις παρθένες κι ανεκμετάλλευτες. Τις υπόλοιπες, αυτές που δεν σπίθιζαν ιδιαίτερα στο πνεύμα του, τις ,κατά την δική του πάντα κρίση, πιο συνηθισμένες και περπατημένες τις ξεπόρτιζε αναφανδόν χωρίς καν να τις στεγάσει έστω και για μία νύχτα στα πολυάριθμα δωμάτια του μυαλού του. Αυτό το σκληρό του φέρσιμο πληρώνει τώρα. Την έπαρση ότι οι ιδέες θα έρχονταν πάντα προσκυνώντας τον, απειράριθμες και υποτακτικές στη βούλησή του. Όμως, αν δεν είσαι αβρός οικοδεσπότης των ιδεών, τότε είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή αυτές θα αναζητήσουν ένα πιο φιλόξενο και καταδεκτικό πνεύμα για να κυοφορήσουν.
Όλα αυτά τα χρόνια αποπειράθηκε να γράψει αρκετές φορές. Ποτέ δεν προχώρησε πάνω από μία σελίδα. Μετά δυσκολίας ολοκλήρωνε δύο παραγράφους. Στην τρίτη ένιωθε ήδη απεγνωσμένος. Δεν ξεπηδούσε τίποτα μέσα από το βαλτωμένο του κεφάλι. Ήταν σαν ποτάμι που εκχερσώθηκε. Το τρεχούμενο αντικαταστάθηκε από το στάσιμο. Η ροή του νερού από την ακινησία του χώματος. Σταματούσε και διάλεγε ένα βιβλίο από την βιβλιοθήκη του. Διάβαζε τρεις σελίδες και το ξανάβαζε στη θέση του κυριευμένος από άβαθη μελαγχολία καθώς φυλλομετρούσε τις σελίδες του. Πεντακόσιες, επτακόσιες. Έργα δίτομα, ενώ αυτός πάσχιζε να τελειώσει μία και μόνο σελίδα! Απελπισία. Δεν μπορούσε πλέον να γράψει. Δεν μπορούσε να γράψει τίποτα απολύτως. Ούτε μία σαχλαμάρα, κάτι άκοπο, κάτι που δεν θα ιδροκοπούσε και τόσο το μυαλό του.
Οι επιλογές του ήταν λιγοστές. Να παραιτηθεί δια παντός από την συγγραφή κρατώντας την σαν μια μακρινή και ξεθωριασμένη ανάμνηση τα επόμενα χρόνια ή να εξακολουθήσει να επιμένει, ελπίζοντας ότι η παραγωγικότητα θα εμφανιζόταν αυτεπάγγελτα, διώκοντας ποινικά για το υπόλοιπο του βίου του το απέραντο κενό του πνεύματός του. Ήταν αδύνατο να πάρει μια τελεσίδικη απόφαση κι έτσι απέμενε να ταλαιπωρεί το άνυδρο μυαλό του πάνω από άδειες κόλλες χαρτί που ματαίως πρόσμεναν το γέμισμά τους με τις ακριβοθώρητες σκέψεις του.
Η συγγραφική του στειρότητα είχε πέραν των άλλων ενισχύσει και την αντικοινωνικότητά του. Σπανίως πια έβλεπε τους φίλους του ή σύχναζε σε στέκια με άλλους συγγραφείς. Αμπαρωμένος στο σπίτι του εξαντλούσε τον εαυτό του με την αυτολύπησή του, παραμένοντας ωστόσο ανίκανος να γράψει οτιδήποτε.
Θυμάμαι μια αντίστοιχη περίπτωση συγγραφέα, όσον αφορά τα συμπτώματα βέβαια, όχι το λογοτεχνικό μέγεθος, που έζησε τον περασμένο αιώνα. Μέχρι την ηλικία των τριανταπέντε είχε ήδη εκδώσει επτά βιβλία, το ένα καλύτερο από το άλλο, βιβλία που διαβάζονται ακόμη και σήμερα και είχαν γίνει δεκτά στην εποχή τους με επαινετικά σχόλια από κοινό και κριτικούς. Ο περισπούδαστος καλλιτέχνης είχε παρουσιάσει έντονη συγγραφική δραστηριότητα, όπως προανέφερα. Κάθε βιβλίο του διέφερε από το προηγούμενο τόσο στη θεματολογία όσο στο ύφος και την μορφή. Ήταν ένας λεπτός αναδίφης της τέχνης του λόγου κι αυτός είναι ο λόγος που κάθε του βιβλίο παραμένει ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα και το σύνολο του έργου του αναβλύζει από ανεξάντλητες ιδέες και ιδιοφυή χρήση του λόγου και των λέξεων. Μετά τα τριανταπέντε εξαφανίστηκε από τα συγγραφικά δρώμενα για τρεις δεκαετίες. Όσο εμφατική ήταν η πρώιμη αναγνώρισή του άλλο τόσο απότομη και πολυετής υπήρξε η σιωπή του. Όπως έγινε γνωστό μέσω των απομνημονευμάτων του ο άνθρωπος-συγγραφέας επλήγη απρόσμενα από ολοσχερή πνευματική σιγή. Ο χειμαρρώδης λόγος έπαψε άξαφνα να έχει την ορμητική του ροή. Όχι μόνο έπαψε, στέρεψε εντελώς. Ούτε για ένα, ούτε για δύο χρόνια αλλά για τριάντα. Στα εξήντα πέντε του, γερασμένος πια, ταλαιπωρημένος από την διαρκή διαπάλη με το μυαλό του, παραιτημένος από κάθε προσπάθεια να συλλάβει κάτι καινούριο, άξιο να γραφτεί, έχοντας περιπέσει σε βαθιά θλίψη και δείχνοντας άφατη υποτίμηση στα νεανικά του γραπτά, πήρε την απόφαση να απαριθμήσει τις άτεκνες συγγραφικές του απόπειρες των τελευταίων τριάντα χρόνων, να μεταφέρει στο χαρτί την μακροσκελή αγωνία του, τα άδοξα εγχειρήματά του, τις συνέπειες αυτής της αγονίας στην προσωπική του ζωή. Ο θάνατος κατέφτασε πριν προφτάσει να ολοκληρώσει το βιογραφικό της πνευματικής του ερημιάς των τριών τελευταίων δεκαετιών. Άφησε μολοταύτα πίσω του κάμποσες χειρόγραφες σημειώσεις, οι οποίες εκδόθηκαν ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, προκαλώντας το βαθύτατο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού της εποχής. Έσπασε κάθε ρεκόρ πωλήσεων, κερδίζοντας ξανά το θαυμασμό για έναν πραγματικά μεγάλο συγγραφέα και συγκίνηση για τον χειρουργικό τρόπο με τον οποίο βυθιζόταν στα πιο σκοτεινά και άσχημα μέρη της ψυχής του, δίχως αιδώ, δίχως η σκέψη του να λοξοδρομεί και να παραπλανάται από την φήμη που θα έμενε και μετά από αυτόν.
Το βιβλίο ξεκινούσε κάπως έτσι:
«Έχω να γράψω τριάντα ολόκληρα χρόνια. Η συγγραφική μου σταδιοδρομία έλαβε πρόωρα τέλος, αν θεωρήσουμε ότι είχε καν ξεκινήσει κάποτε. Οι ιδέες μ’ έχουν εγκαταλείψει. Όσα κόλπα κι αν μηχανεύτηκα παρέμειναν απροσέγγιστες. Σαν να μην είχα ποτέ βιώσει την χαρά της παρουσίας τους. Ακόμη και τα παλιότερα γραπτά μου φαντάζουν στα μάτια μου τόσο πολυκαιρισμένα και αγελαία που η κοινοτοπία τους με αηδιάζει. Αναρωτιέμαι πόσο βλάκας υπήρξα που τα θεωρούσα εμπνευσμένα κείμενα, πρωτότυπα κείμενα ταγμένα στην υπηρεσία της τέχνης. Η αφέλειά μου είναι μεγαλύτερη από την ανικανότητά μου. Κι η ανικανότητά μου αφελώς εκτιμήθηκε από κάποιους ως πρώιμο δείγμα ενός σπουδαίου συγγραφικού ταλέντου.»

Advertisements

Ετικέτες: , , , ,

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων

sterianizali.wordpress.com/

καΤά Λάθος σΤεριανός. καΤά πάθος ζαΛισμένος.

Aikaterini Tempeli

"Σε έναν τρελό κόσμο μόνο οι τρελοί είναι λογικοί"

Άτυπη Λέσχη Νέων Λογοτεχνών

συνεργατικό λογοτεχνικό ιστολόγιο

Αναγνωστική αδεία

ένα μπλογκ για τη λογοτεχνία

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

Ένα ιστολόγιο για τα βιβλία

αγριμολογος

Στράτος Φουντούλης, το blog των χαμένων αισθήσεων

Lifestyle Science

Personal Development and Happiness

bookaroo.gr

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΙΚΤΥΟ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ - ΓΡΑΦΗΣ

Αρέσει σε %d bloggers: