Οι νύχτες της Έλλης


indexΠώς μπορείς να χαρακτηρίσεις έναν άνθρωπο, να πεις έστω και μια μικρότατη αλήθεια γι’ αυτόν όταν το μόνο που γνωρίζεις είναι ό,τι άφησε φιλτραρισμένο να γίνει γνωστό; Πώς μπορείς να εκφέρεις μια έγκυρη άποψη για τα ελάχιστα αποκόμματα της βαθύτερης αλήθειας του, όταν επιμελώς τα απομάκρυνε από τον κοινωνικό τυπογράφο; Μάλλον δεν μπορείς. Αυτή είναι η ιστορία της Έλλης. Τα παράτονα τριξίματα των επίπλων είχαν από καιρό αντικαταστήσει τη ζεστή μελωδία της ανθρώπινης φωνής. Μια πολυθρόνα ξεχαρβαλωμένη, ένα τραπεζάκι πολυγδαρμένο, ένας καναπές που ’χε χάσει από καιρό την φρεσκάδα του γέμιζαν με τους στριγκούς τους ήχους το σπίτι της Έλλης. Είχε πια συνηθίσει την απουσία της ανθρώπινης επαφής κι είχε εξοικειωθεί με τον παράταιρο τούτο διάλογο. Εκνευριζόταν με το ενοχλητικό τρίξιμο της καρέκλας καθώς την μετακινούσε για να σκουπίσει το πάτωμα, συνέπασχε με την αγαπημένη της πολυθρόνα που δεν κρατούσε στέρεα τα τρεμάμενα μπράτσα της από την πολυκαιρία, ένευε ένα παρηγορητικό βλέμμα στον πολυέλαιο που έχανε αργά και σταθερά την αστραφτερότατη γυαλάδα του. Οι πολύπτυχες εκδηλώσεις του ψυχισμού της μέσα στη σφαίρα της ανθρώπινης επαφής κατοπτρίζονταν κι έβρισκαν την υποκατάστατη έκφρασή τους στα υλικά αντικείμενα που την περιστοίχιζαν. Η οργισμένη αντίδραση σε μια ύβρη που δέχτηκε στο δρόμο αντικαταστάθηκε από την μανιώδη κλωτσιά στα πλευρά του καναπέ, η διαφωνία με μια άποψη με την σκηνοθετημένη αντιπαράθεση μπροστά στον καθρέφτη, η αυθόρμητη ανθρώπινη ανάγκη γι’ αγκαλιά στο θωπευτικό χάιδεμα ενός πουπουλένιου μαξιλαριού. Παντρεύτηκε νωρίς, στα εικοσιπέντε της και ακόμη νωρίτερα κατάλαβε το λάθος της. Ο άντρας της εργασιομανής κι αθεράπευτα φιλόδοξος μεγάλωνε μήνα με τον μήνα την αμοιβή του και μαζί τη δυστυχία της. Η εμμονή του στην επαγγελματική καταξίωση και τον υλικό πλουτισμό αφυδάτωνε μέρα με την μέρα την βουλιμία της να γευτεί τους θεσπέσιους καρπούς της ζωής που φανταζόταν στα εφηβικά της χρόνια κι αποτύπωνε στις ρομαντικές απόπειρες των ποιητικών σκαριφημάτων της. Ύστερα ήρθε το παιδί. Η ίδια σκέφτηκε πως θα ήταν η αιτία να πατήσει ο άντρας της στο ουσιώδες έδαφος της ζωής μα εκείνος το προσέλαβε σαν πρόσκομμα στην επαγγελματική του αφοσίωση. Όταν το παιδί μεγάλωσε, επέλεξε το μονοπάτι του πατέρα του, μιας και ήταν το μόνο που ικανοποιούσε το πάθος του φλογισμένου εφήβου. Η Έλλη δεν είχε να του προσφέρει κάτι παραπάνω πέρα από την άμετρη αγάπη της, ενώ ο πατέρας είχε τον φρενιασμένο πόθο του φιλόδοξου που παρασέρνει τον νεαρό ακόμη κι αν ο στόχος δεν έχει καταξιωθεί μέσα του ηθικά. Όταν πια χώρισαν, το παιδί έμεινε με τον πατέρα του καθώς η Έλλη δεν είχε την δουλειά που θα της προσκόμιζε το απαραίτητο μηνιαίο εισόδημα για την συντήρηση της ίδιας και του παιδιού. Το διαζύγιο βγήκε κοινή συναινέσει και η ίδια δεν αξίωσε καμία διατροφή. Όταν συνέβησαν αυτά, απασχολούνταν ως πλασιέ εκπαιδευτικών βιβλίων σε γνωστό εκδοτικό οίκο. Η Έλλη τώρα είναι πενήντα ετών, ο γιος της είκοσι και ζει σ’ ένα διαμέρισμα στο Βύρωνα που μυρίζει θάνατο εδώ και καιρό. Έχει να μιλήσει με τον άντρα της δέκα χρόνια. Άλλο τόσο έχει ν’ ακούσει και την φωνή του γιου της. Συναντηθήκαμε τυχαία σ’ ένα εστιατόριο στον Κεραμεικό πριν από περίπου πέντε χρόνια, όταν η κοινή μας φίλη Ξένια, ηθοποιός του πειραματικού θεάτρου, οργάνωσε ένα δείπνο συνεύρεσης για να χαρεί την πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα υπό την εποπτεία του Εθνικού Θεάτρου. Δεν θυμάμαι πια και πολλά από εκείνο το βράδυ αλλά μέσα μου χαράχτηκε με βαθύ σκάλισμα η βαθύσκιωτη μελαγχολία, η διαρκής παρουσία της απούσας ικανοποίησης που ανέδιδε κάθε της μορφασμός, κάθε τονισμός της συλλαβής, τα πολύ έντονα αποσιωπητικά στον λόγο της. Εκείνη μάλλον εκτίμησε την έλλειψη επιτήδευσης από μέρους μου και την ανοιχτόκαρδη, άτυπη συμπεριφορά μου. Έτσι ξεκίνησε η φιλία μας. Βέβαια η Έλλη ποτέ δεν με άφησε να την επισκεφτώ στο σπίτι της και ό,τι καλύτερο ξέρω γι’ αυτήν οφείλεται στην εμπιστοσύνη της, αφού μου έδινε την ευκαιρία να διαβάζω τα ποιητικά απαυγάσματα των μοναχικών στιγμών της, σμιλευμένα από πόνο και νοσταλγία. Κατά τα άλλα δεν ανοιγόταν πολύ. Λες και είχε συνάψει κάποια μυστική σύμβαση με τον ίδιο της τον εαυτό όπου καθόριζε με απόλυτη συνέπεια τι θα έμενε κρυφό στον σιωπηλό κοιτώνα της και τι θα επιτρεπόταν να βγει περίπατο στα κοινωνικά σοκάκια. Ο δραματικός αυτός διαχωρισμός έθετε τα όρια της ιδιωτικής της ζωής. Έμοιαζε σαν μια πολύ μικρή βραχονησίδα στο βάθος του χειμώνα, δαρμένη από ανελεήμονα κύματα που ’ψαχνε ένα σημάδι άπνοιας για να στείλει μια μικρή βαρκούλα να φέρει εφόδια από το πιο κοντινό μεγάλο νησί. Τον τελευταίο χρόνο είχαμε χαθεί εντελώς. Δεν μάθαινα τίποτα για εκείνη. Ώσπου ένα βράδυ, πρέπει να ήταν πριν δυο μέρες αντήχησε βίαια ο ήχος του τηλεφώνου σπάζοντας τη ραστώνη μου. Σκέφτηκα να μην το σηκώσω, αλλά… -Ναι; -Γεια σου, η Έλλη είμαι. -Έλλη μου! -Τι κάνεις; Εύχομαι να είσαι καλά! -Καλά είμαι καλή μου. Εσύ; Πόσο καιρό έχουμε να τα πούμε; -Με πήρε ο γιος μου τηλέφωνο. -Και; … -Μου είπε «Γεια σου μαμά τι κάνεις; ». Με είπε μαμά.

Advertisements

Ετικέτες: , , , ,

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων

sterianizali.wordpress.com/

καΤά Λάθος σΤεριανός. καΤά πάθος ζαΛισμένος.

Aikaterini Tempeli

"Σε έναν τρελό κόσμο μόνο οι τρελοί είναι λογικοί"

Άτυπη Λέσχη Νέων Λογοτεχνών

συνεργατικό λογοτεχνικό ιστολόγιο

Αναγνωστική αδεία

ένα μπλογκ για τη λογοτεχνία

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

Ένα ιστολόγιο για τα βιβλία

αγριμολογος

Στράτος Φουντούλης, το blog των χαμένων αισθήσεων

Lifestyle Science

Personal Development and Happiness

bookaroo.gr

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΙΚΤΥΟ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ - ΓΡΑΦΗΣ

Αρέσει σε %d bloggers: