Ο Κουασιμόδος κι ο μεγάλος Δίας


indexΚάποτε, στα σκαλιά της Παναγίας των Παρισίων, βρέθηκε παρατημένο στα σκαλιά του προαύλιου χώρου του ναού, ένα μικρό βρέφος. Ο αρχιδιάκονος του ναού το περιμάζεψε και το μεγάλωσε. Το εγκαταλειμμένο βρέφος ονομάστηκε Κουασιμόδος και με τα χρόνια ανέλαβε καθήκοντα καμπανοκρούστη.
Ο Κουασιμόδος, από μικρός, είχε εμφανίσει σημάδια δυσπλασίας κι όταν πια μεγάλωσε η όψη του έδειχνε ολότελα αποκρουστική. Παραμορφωμένο πρόσωπο, βλεφαρόπτωση και μια τεράστια καμπούρα, κάτω από το βάρος της οποίας, λύγιζε ανήμπορος. Το βαρυφορτωμένο, από την μεγάλη καμπούρα κορμί του, βάραινε περισσότερο από την αποστροφή και την αηδία που εκδήλωνε απροκάλυπτα ο κόσμος απέναντί του. Κανείς δεν ήθελε να τον συναναστρέφεται, κανείς δεν επιθυμούσε να τον συναπαντήσει, θεωρούσαν μάλιστα όλοι πως μια τυχαία συνάντηση μαζί του, μέσα στους χώρους του ναού, ήταν προμήνυμα κακών γεγονότων. Το βάρος στην ψυχή του Κουασιμόδου ήταν μεγαλύτερο από αυτό που κουβαλούσε στην πλάτη του, αποκλεισμένος από τους ανθρώπους, στερημένος από την ζωή έξω από τους γοτθικού τύπου κίονες που όριζαν τα σύνορα της εκκλησίας.

Τα κρυφά όνειρα της καρδιάς του αποδρούσαν από τις καθημερινές τετριμμένες επαναλήψεις του κορμιού του. Όλη μέρα, σε τακτικά διαστήματα να τραβάει μεγάλα σχοινιά, που ταρακουνούσαν τις καμπάνες για να παράγουν μεγαλόπρεπο ήχο που ακουγόταν σε αρκετές συνοικίες του Παρισιού, καλώντας τον κόσμο σε συναισθηματικό συγχρονισμό.
Εγκλωβισμένος στα τετραγωνικά του ναού, ανάμεσα στα καθήκοντά του, περιφερόταν στην κεντρική αίθουσα και περιεργαζόταν τις ελαιογραφίες των αγίων. Θαύμαζε και ζήλευε. Θαύμαζε την τέχνη του ανθρώπου και ζήλευε τα όμορφα πρόσωπα των αγίων και ιδιαίτερα των αγγέλων. Πως θα ‘θελε να ήταν έτσι, αψεγάδιαστος στο πρόσωπο, ευθυτενής. Ακόμη και την σύντομη ζωή των μαρτύρων θα μπορούσε να αποδεχτεί ώστε να χαρεί για λίγες στιγμές το ζωογόνο παρουσιαστικό τους, ακόμη και συμφωνία με τον διάβολο θα έκανε για να γίνει αυτό πραγματικότητα. Τι κι αν θα πέθαινε μετά με τον πιο σκληρό τρόπο. Θα είχε ζήσει αυτό που επιθυμούσε και ποτέ δεν είχε. Υπάρχει πιο σκληρός τρόπος για να πεθαίνεις, όχι μια φορά, αλλά μέρα με την μέρα, από αυτόν; Να μην είσαι αυτό που θα ήθελες να είσαι, είναι κάτι υποφερτό και μαθαίνεις να ζεις με αυτό. Είσαι κάτι, έστω πλαστό, έστω παραποιημένο. Υπάρχεις για τους άλλους. Να μην υπάρχεις, όμως για τον κόσμο, να σταυροκοπιούνται μόλις σε συναντούν, να σε αποφεύγουν σαν το χειρότερο κακό, να εκτοξεύουν πάνω σου κάθε δυνατή μικροπρέπεια και να εκδηλώνουν την απέχθειά τους, αυτό είναι κάτι που δεν αντέχεται. Είναι ένας θάνατος πολύ επώδυνος κι απάνθρωπος.

Αυτά σκεφτόταν ο Κουασιμόδος όταν στεκόταν απέναντι στις εικόνες των αγίων και των αρχαγγέλων, βάζοντας τον εαυτό του στην θέση τους, να κάθεται ήρεμος και όμορφος, απαλλαγμένος από τις μικρότητες του κόσμου, κάτω από το φωτοστέφανο της θείας ευλογίας. Ο αγνός και καλοκάγαθος Κουασιμόδος που έστεργε τις ανήμπορες γριούλες να προσευχηθούν, ενώ αυτές τον απωθούσαν επηρεασμένες από τις φήμες που κυκλοφορούσαν, ο ευγενικός Κουασιμόδος που άπλωνε τα χοντροκομμένα χέρια του να σηκώσει μια κυρία που παραπάτησε κι έπεσε, ενώ αυτές τον απόδιωχναν με βρισιές, ο θαρραλέος Κουασιμόδος που έτρεχε να υπερασπιστεί έναν επαίτη που γρονθοκοπήθηκε από κάποιον ανηλεή περαστικό.

Κάποτε, μια μέρα σαν κι όλες τις άλλες, αργά την νύχτα, όταν πήγαινε να χτυπήσει την καμπάνα για τελευταία φορά, παιρνώντας από το εσωτερικό του ναού, άκουσε θόρυβο από τον απροσπέλαστο χώρο του ιερού. Βραδυποδώντας εισήλθε στο ιερό και αντίκρισε μια τρομαγμένη κοπέλα, κλαυθμυρίζουσα κι αναμαλλιασμένη. Είχε σφίξει τρεμάμενη τα γόνατα στο πηγούνι της και κοίταζε με φόβο, χωρίς να εστιάζει κάπου. Ήταν η Εσμεράλδα. Κατηγορούνταν για φόνο και βρήκε καταφύγιο μέσα στην εκκλησία. Αφού ξεπέρασε την αρχική του έκπληξη, ανιχνεύοντας πίσω από τα δάκρια και την ταλαιπωρημένη όψη, είδε μια πανέμορφη γυναίκα με καλοσχηματισμένο κορμί και πυρακτωμένο βλέμμα. Εκείνη, κυριευμένη από το απειλητικό μίσος των διωκτών της, δεν πρόσεξε καθόλου την τερατόμορφη παρουσία του καμπανοκρούστη και δέχτηκε ευχάριστα το χάδι του. Εκείνος έσυρε απαλά το χέρι του πάνω στο πρόσωπό της και την κούρνιασε στην αγκαλιά του να ησυχάσει. Οι λυγμοί της σταμάτησαν και τότε την ρώτησε τι έχει. Η Εσμεράλδα διηγήθηκε την ιστορία της, πώς την κατηγόρησαν για φόνο, πώς κινδύνευσε να φονευθεί, χωρίς καν να περάσει από δίκη κι εντέλει πως κατέληξε στην Παναγία των Παρισίων. Στην ερώτησή του αν την είχε ακολουθήσει κανείς τον διαβεβαίωσε πως είχαν χάσει τα ίχνη της.
– Ώραία, τότε θα είσαι ασφαλής στο δωμάτιο μου. Εκεί δεν πρόκειται να σε ψάξει κανείς, αρκεί να μην κάνεις το λάθος να βγεις.
Η Εσμεράλδα έγνεψε θετικά.

Έτσι πέρασαν αρκετές εβδομάδες. Η Εσμεράλδα συνήλθε υπό τις φροντίδες του Κουασιμόδου, ανέκτησε την λαμπρότητα της. Περίμενε με ανυπομονησία τον Κουασιμόδο να επιστρέψει το βράδυ για να συζητήσουν, να της μεταφέρει τα νέα από τον έξω κόσμο. Περνούσαν όμορφα αυτές τις στιγμές, κλεισμένοι στο μικρό δωμάτιο, θώπευαν ο ένας τον άλλον με την συντροφιά τους. Μέσα στην γλυκιά θαλπωρή των λόγων τους φιλήθηκαν στοργικά ένα βράδυ που ο ουρανός είχε γεμίσει από σπαρταριστά αστέρια. Ήταν ένα φιλί άδολο, απροσποίητο, απρομελέτητο. Καθώς μιλούσαν, αντί για άνω τελεία ή μια παύση, απλώς φιλήθηκαν.
Οι μήνες κυλούσαν, χωρίς τίποτα να αλλάζει. Το αίσθημα της ασφάλειας στέριωσε στην καρδιά της Εσμεράλδας. Αφού δεν την είχαν βρει όλο αυτό το διάστημα δεν θα έπρεπε πλέον να φοβάται. Ο Κουασιμόδος, όμως, επέμενε να παραταθεί η παραμονή της στην κρυψώνα. Η μνησικακία των ανθρώπων δεν σβήνει με τον χρόνο, παραμένει κάρβουνο έτοιμο να αρπάξει με την πρώτη σπίθα. Αυτά της έλεγε και την έπειθε.

Είχε μπει πια η άνοιξη. Η νεαρή κοπέλα ήταν πιο όμορφη από ποτέ. Το κάλλος της αστραφτοκοπούσε πάνω στους ασβεστωμένους τοίχους της εκκλησίας. Οι αγίες των εικόνων χαμηλοθωρούσαν μπροστά στην έκπαγλη κορμοστασιά της. Ένα φωτεινό χαμόγελο είχε στρογγυλοκαθίσει στο παραμορφωμένο πρόσωπο του Κουασιμόδου. Ένα χαμόγελο που διαταράχτηκε από ένα ανεξήγητο φαινόμενο.
Άρχισε να βρέχει. Όχι σε όλο το Παρίσι, αλλά τοπικά και συγκεκριμένα πάνω από την εκκλησία της Παναγίας των Παρισίων. Μια βροχή ήπια, σαν ήρεμο, χάδι, που εμφανιζόταν ξαφνικά και σταματούσε το ίδιο απότομα, με την ίδια αδιαβάθμητη ένταση, τακτικά κι επανειλημμένα. Έμοιαζε με χρυσές, λεπτότατες κλωστές, τραβηγμένες από τον ουρανό. Χωρίς προμηνύματα, με τον ουρανό ανέφελο, η χρυσοδάκτυλη βροχή εμφανιζόταν δύο φορές την εβδομάδα, με κατεύθυνση προς το παράθυρο της κάμαρης της Εσμεράλδας.
Λίγοι παρατήρησαν το περίεργο γεγονός και κανένας δεν έδωσε σημασία. Μετά τον πρώτο μήνα η Εσμεράλδα άρχισε να ανησυχεί. Κάθε φορά που ξεκινούσε απρόσμενα η χρυσόμαλλη βροχή, άκουγε ψιθυριστά καλέσματα μέσα στην κάμαρή της. Ερωτικά καλέσματα, τα οποία σταματούσαν με την διακοπή της βροχής. Μια φορά της φάνηκε πως η βροχή διαπέρασε το τζάμι του παραθυριού κι ένιωσε τις δροσερές της σταγόνες να κάθονται στους απογυμνωμένους, καταστρόγγυλους ώμους της. Απέδωσε το περιστατικό στην φαντασία της. Κλεισμένη τόσο καιρό στο μικρό δωμάτιο, αποκομμένη από τον κόσμο, ήταν φυσικό να πλάθει εικόνες με το μυαλό της, να φαντάζεται πράγματα. Όταν σε μια παρόμοια εμφάνιση της χρυσόφτερης βροχής, είδε τις υδάτινες ριπές να διαπερνούν το τζάμι και να στροβιλίζονται γύρω της, σαν δίνη, ανασηκώνοντας τα λυτά, εβένινα μαλλιά της κι άκουσε πάλι ένα ηχηρό ερωτικό κάλεσμα, προτού οι σταγόνες χαϊδέψουν τον αυχένα της, τρόμαξε πολύ. Το ίδιο βράδυ εκμυστηρεύτηκε στον Κουασιμόδο την ιστορία με την χρυσή βροχή. Ο καμπανοκρούστης άκουσε με εμφανή περιέργεια. Από μικρό παιδί στην εκκλησία δεν είχε συμβεί κάτι ανάλογο. Άκουγε από τους ιερείς για θαυματοποιούς αγίους, ιστορίες που τάνυζαν την φαντασία, αλλά ο ίδιος, αν και μεγαλωμένος σ’ έναν χώρο που ανήκε ολοκληρωτικά στην σφαίρα επιρροής των αγίων, του ίδιου του Θεού, δεν είχε δει ποτέ του τίποτα που να ξεπερνά τα όρια της λογικής.
-Είσαι σίγουρη, της είπε. Μήπως τα φαντάστηκες όλα αυτά.
-Όχι καλέ μου, ήταν τόσο ζωντανό. Δεν μπορώ να στο περιγράψω. Σαν να είχε σώμα η βροχή. Σαν να υπήρχε και κάποιος άλλος εδώ μέσα.
-Έχω παρατηρήσει αυτή την περίεργη τοπική βροχή γύρω από το ναό, αλλά αυτό που μου λες είναι εντελώς παράλογο.
-Δεν με πιστεύεις. Νομίζει ότι φαντάζομαι πράγματα.
-Δεν είπα αυτό. Κάθε πότε συμβαίνει;
-Δύο φορές την εβδομάδα.
-Εντάξει, θα κάτσω μαζί σου, να δούμε τι θα γίνει.
-Και οι καμπάνες; Ποιος θα χτυπάει τις καμπάνες;
Αντί απάντησης χάιδεψε το πρόσωπό της με το τραχύ του χέρι.

Έμενε όσο περισσότερο μπορούσε μαζί της. Δεν συνέβαινε τίποτα. Η βροχή δεν έκανε την εμφάνισή της, ώσπου ένα ασυννέφιαστο απόγευμα του Απρίλη, επιστρέφοντας από την βιαστική εκπλήρωση των καθηκόντων του για να βρεθεί γρήγορα κοντά στην Εσμεράλδα, εισήλθε στην μικρή κάμαρη, που την φιλοξενούσε. Έμεινε άφωνος από αυτό που είδε. Κόντεψε σχεδόν να τεντώσει το κορμί του. Η νεαρή στεκόταν εκστατικά στο μέσον του δωματίου. Γύρω της στροβιλιζόταν η χρυσοπέταλη βροχή και μικρές σταγόνες στόλιζαν σαν χρυσόσκονη αστραφτερή τα γυμνά μέρη του κορμιού της. Οι ώμοι, ο λαιμός, τα χέρια από τους αγκώνες και κάτω, το μπούστο της είχαν ντυθεί με ένα χρυσαφένιο ριχτάρι από άπειρες σταγόνες. Η είσοδος του Κουασιμόδου δεν έγινε αντιληπτή. Βυθισμένη στην μαγευτική έκσταση, λικνιζόταν χορεύοντας σ’ έναν μυστικό ερωτικό ρυθμό. Πλησίασε και την έπιασε από τους ώμους. Αίφνης, το χρυσαφένιο ριχτάρι, που είχε απλωθεί στο κορμί της, αποκολλήθηκε από πάνω της κι έσμιξε με την στροβιλιζόμενη βροχή. Η Εσμεράλδα επανήλθε στην πραγματικότητα και κοίταξε κατάματα τον Κουασιμόδο. Η βροχή τώρα περιδινούνταν ταχύτατα γύρω και από τους δύο, σαν ένας θυμωμένος ανεμοστρόβιλος. Τα ρούχα τους πλατάγιαζαν με δύναμη. Αγκαλιάστηκαν κι ο υδάτινος στρόβιλος έγινε ακόμη πιο έντονος, μανιώδης. Ύστερα ξαφνικά σταμάτησε. Όλες οι στάλες ενώθηκαν σε μια χρυσή λόγχη, που αμέσως διαλύθηκε για να σχηματιστεί ένας κεραυνός, για να αποσυντεθεί κι αυτός με την σειρά του. Τότε η χρυσή βροχή πήρε την μορφή ενός πελώριου άντρα. Ένας χιτώνας κάλυπτε τα γυμνά του μέρη, τεράστιοι μύες χαράσσονταν στο κορμί του, από το άχρονο πρόσωπό του εξακοντιζόταν ένα οργισμένο και ζηλότυπο βλέμμα. Ο Κουασιμόδος, ατρόμητος, αντίκρουσε το μανιασμένο βλέμμα και προσπαθώντας να ορθώσει το ανάστημα του απευθύνθηκε στον γιγαντιαίο άντρα.
-Ποιος είσαι εσύ, που έτσι απρόσκλητα μπαίνεις εδώ μέσα και νομίζεις ότι θα μας φοβίσεις με τα κόλπα σου.
Το βλοσυρό βλέμμα της πελώριας μορφής μαλάκωσε, από την γενναιόκαρδη αντίδραση του δύσμορφου άντρα. Ένα σπηλαιώδες γέλιο γέμισε την κάμαρη.
-Θα έπρεπε να με ξέρεις. Είμαι ο πατέρας όλων των Θεών.
-Ο Θεός είναι ένας και μοναδικός. Εγώ αυτόν ξέρω.
-Έτσι έμαθες. Έτσι νομίζεις. Εγώ είμαι ο πατέρας όλων των Θεών. Και του δικού σου. Το καμπανιστό γέλιο του Δία γέμισε για μία ακόμη φορά την μικρή κάμαρη.
-Ο Δίας, ψέλισσε η Εσμεράλδα. Ο μεγάλος Δίας.
-Αυτά είναι παραμύθια για μικρά παιδιά, πετάχτηκε ο Κουασιμόδος. Ποιος Δίας και κουραφέξαλα. Ένας είναι ο Θεός.
-Η αλήθεια είναι ότι σας έχω μπερδέψει εσάς τους ανθρώπους. Με ξέρετε με διάφορα ονόματα, παίρνω διάφορες μορφές, όλοι οι λαοί μου έχουν προσδώσει κι ένα διαφορετικό όνομα. Με αναπαρέστησαν με γλυπτά, με εικόνες, με ζωγραφιές, τόσο ανόμοια μεταξύ τους που είναι εύκολο να συγχυστείς. Άλλοι με παρουσίασαν ως καλοκάγαθο, άλλοι ως μοχθηρό κι εκδικητικό, κάποιοι υποστήριξαν ότι είμαι πανταχού παρών, ενώ υπάρχουν κι εκείνοι που με θεωρούν αμέτοχο στα γήινα δρώμενα. Όπως και να έχω εμφανιστεί, όσες παραλλαγές κι αν έχουν κατασκευάσει οι άνθρωποι, η αλήθεια είναι μία. Και την έχετε, τώρα, μπροστά στα μάτια σας.
Τα λόγια του Δία προβλημάτισαν τον Κουασιμόδο. Ο Θεός στον οποίο είχε μάθει να πιστεύει ήταν μια απρόσωπη, απροσπέλαστη οντότητα, με την οποία ποτέ δεν είχε συναντηθεί. Ετούτος εδώ ήταν απτός, ολοζώντανος και του μιλούσε. Ήταν θεόρατος κι έμοιαζε με Θεό. Δεν μπορούσε να τον αμφισβητήσει. Παραμέρισε την έκπληξή του κι αντί γονυκλισίας τον ρώτησε αυθάδικα.
-Και τι θέλεις εδώ μέσα;
Τα μάτια του Δία σκοτείνιασαν, κλέβοντας το φως που έμπαινε από το ορθογώνιο παράθυρο.
-Πώς τολμάς ανόητε καμπούρη και ρωτάς τον παντοδύναμο Δία, τι θέλει.
Ο Κουασιμόδος συνέχισε στον ίδιο αυθάδικο τόνο, προσθέτοντας και μια πρέζα ειρωνείας.
-Γιατί, είναι άγνωστες οι βουλές του Κυρίου;
-Άγνωστες, όχι βέβαια αδύναμε ανθρωπάκο. Γνωστότατες είναι οι βουλές μου κι αν δεν ήσουν στραβωμένος από τις μονολιθικές αγκυλώσεις της θρησκείας σου θα είχες διαβάσει και μάθει για μένα από την μυθολογία. Έτσι θα ήξερες ότι είμαι ο κυρίαρχος των πάντων, πατέρας θνητών και θεών, κουμαντάρω τις τύχες των ανθρώπων, καθορίζω την έκβαση των πολέμων. Όλοι λαχταρούν την εύνοια μου και τρέμουν την οργή μου. Αλίμονο σ’ εκείνον που θα με προσβάλει, αλίμονο σ’ εκείνον που θ’ αντισταθεί στην θέλησή μου ή θα αμελήσει να δηλώσει το σεβασμό του και την υποταγή του. Ο κεραυνός μου είναι αμείλικτος.
-Ο δικός μου Θεός είναι καλός κι ελεήμων.
-Αυτή είναι μία από τις όψεις μου.
-Και τι θέλεις εδώ μέσα, επανέλαβε ο Κουασιμόδος.
-Ότι επιθυμώ το κάνω δικό μου. Όταν μου αρέσει μια γυναίκα, εισβάλω σαν φως ή βροχή και την κάνω δική μου.
-Χωρίς να την ρωτήσεις αν εκείνη θέλει;
-Πώς είναι δυνατόν να κάνεις τέτοιες ανόητες ερωτήσεις. Ποια γυναίκα δεν θα ήθελε να ζευγαρώσει με τον μεγάλο Δία και να φέρει στον κόσμο το ημίθεο παιδί του. Άκου να τις ρωτήσω. Αν και η δική σου μάνα είχε ζευγαρώσει μαζί μου, θα είχες βγει ρωμαλέος, πανέμορφος κι εύρωστος σαν τον ξακουστό Ηρακλή, το πιο πολυλατρεμένο μου παιδί, κι όχι καμπούρης κι άσχημος.
Ο Κουασιμόδος χαμήλωσε, πληγωμένος το βλέμμα του. Ένα χρυσό δάκρυ αυλάκωσε το μάγουλό του. Η Εσμεράλδα επενέβηκε.
-Δεν είναι άσχημος ο Κουασιμόδος.
Το ειρωνικό γέλιο του Δία πλημμύρισε την κάμαρη.
-Τόσο καιρό κλεισμένη εδώ μέσα τυφλώθηκες κοπέλα μου. Το όμορφο και το άσχημο είναι τόσο διακριτά όσο ο Ήλιος και το Φεγγάρι.
-Όχι Εσμεράλδα, έχει δίκιο. Είμαι άσχημος. Και καμπούρης. Και αποκρουστικός. Οι άνθρωποι με αποφεύγουν. Δεν θέλουν καν να με συναντούν.
-Η αυτογνωσία βοηθάει, ξεστόμισε ο Δίας. Είναι το πρώτο βήμα για να έρθεις πιο κοντά μου. Είναι το πρώτο βήμα προς την θεϊκότητα. Βέβαια υπάρχουν πολλά ακόμη μετά από αυτό.
-Για μένα είσαι ο πιο όμορφος, εξακολούθησε η Εσμεράλδα. Εγώ δεν βλέπω καμιά καμπούρα πάνω σου.
-Εσύ τυφλώθηκες για τα καλά, πετάχτηκε ο Δίας. Κάτι πρέπει να κάνω γι’ αυτό.
-Σταμάτα, επιτέλους να μιλήσω.
-Μην αυθαδιάζεις. Μην ξεχνάς ότι είσαι μια θνητή γυνή κι είμαι ο Θεός.
-Σε περίμενα πιο ταπεινό και ολιγόλογο.
Ο Δίας σιώπησε.
-Ως θνητή μια μέρα θα πεθάνω. Μαζί με μένα θα πεθάνουν κι οι επιλογές μου. Είναι κι αυτές θνητές, όλες τους. Οι σωστές κι οι λανθασμένες. Είναι, όμως, οι δικές μου επιλογές. Εγώ αποφασίζω.
-Ή έτσι νομίζεις.
-Μπορεί να είσαι κυρίαρχος των πάντων, αλλά στις δικές μου επιλογές δεν ασκείς καμία δύναμη και θα στο αποδείξω. Δική σου δεν πρόκειται να γίνω. Εγώ αγαπώ αυτόν τον άσχημο καμπούρη. Τον Κουασιμόδο μου. Αυτός είναι ο δικός μου Θεός.
Άλλο ένα χρυσό δάκρυ αυλάκωσε το άλλο μάγουλο του Κουασιμόδου. Δάκρυ συγκίνησης, όχι πόνου, όπως το πρώτο.
-Πώς είναι δυνατόν να απαρνιέσαι το κάλεσμα του θεϊκού Δία για χάρη αυτού του σακάτη;
-Εσύ μπορείς να παίρνεις διάφορες μορφές για να σαγηνεύεις, να μπερδεύεις, να διατάζεις, ενώ αυτός ο σακάτης είναι φυλακισμένος στο πληγιασμένο του κορμί. Ως μεγάλος και σοφός θα έπρεπε να γνωρίζεις ότι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ξεθωριάζουν με τον χρόνο. Ξεθωριάζουν τόσο που κάποτε σβήνονται ολοκληρωτικά, αφήνοντας την θέση τους στην λαμπυρίζουσα ψυχή. Κι αυτή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, πιο ανεξίτηλα κι ανθεκτικά. Είναι λυγερόκορμη, καλοσχηματισμένη, ευθυτενής, με πλούσια κόμη, ρωμαλέα. Πανέμορφη. Εγώ αυτήν βλέπω, ούτε καμπούρες, ούτε αναπηρίες, ούτε σωματικές παραμορφώσεις. Δεν τα βλέπω αυτά.
-Ξέρεις ότι μπορώ να σε κάνω δική μου όποτε θέλω, χωρίς να σε ρωτήσω. Οι επιθυμίες σου αδυνατούν να βαρύνουν την δική μου θέληση.
-Το ξέρω, αλλά φαίνεται, μεγάλε Δία, ότι λησμόνησες ήδη την κύρια πτυχή της θεϊκότητάς σου. Αυτή που σε έχει κάνει λατρευτό από όλους τους ανθρώπους.
-Και ποια είναι αυτή;
-Η μεγαλοψυχία…
Ο Δίας σκυθρώπιασε, ο Κουασιμόδος χαμογέλασε. Τα μάτια του Θεού κεραυνοβόλησαν και τους δύο. Η μορφή του διαλύθηκε σε χιλιάδες σταγόνες, που ενώθηκαν σε χρυσοδάκτυλη βροχή, στροβιλιζόμενη λυσσαλέα γύρω από τον Κουασιμόδο. Έπειτα περιδινήθηκε γύρω από την Εσμεράλδα, φουσκώνοντας τα υπέροχα μαλλιά της και δραπέτευσε από την χαραμάδα της πόρτας.
Η χρυσή βροχή δεν ξανάρθε. Μόνο τα αναμενόμενα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια ξαναθύμισαν στον Κουασιμόδο και την Εσμεράλδα την επίσκεψη του μεγάλου Δία.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων

sterianizali.wordpress.com/

καΤά Λάθος σΤεριανός. καΤά πάθος ζαΛισμένος.

Aikaterini Tempeli

"Σε έναν τρελό κόσμο μόνο οι τρελοί είναι λογικοί"

Άτυπη Λέσχη Νέων Λογοτεχνών

συνεργατικό λογοτεχνικό ιστολόγιο

Αναγνωστική αδεία

ένα μπλογκ για τη λογοτεχνία

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

Ένα ιστολόγιο για τα βιβλία

αγριμολογος

Στράτος Φουντούλης, το blog των χαμένων αισθήσεων

Lifestyle Science

Personal Development and Happiness

bookaroo.gr

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΙΚΤΥΟ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ - ΓΡΑΦΗΣ

Αρέσει σε %d bloggers: